Επιλέξτε τη γλώσσα σας

Όταν η Ειρήνη άρχισε να ζωγραφίζει σ’ενα μικρό δωμάτιο του 14ου διαμερίσματος στο Παρίσι ,βάλθηκε να περιγράφει ότι της ήταν πιο οικείο. Οι τέσσερις τοίχοι μέσα στους οποίους περνούσε το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου της γίνηκαν φόντα πάνω στα οποία προβλήθηκαν με έμφαση όλα τα αντικείμενα της καθημερινότητας. Πολυθρόνες, κουτιά, ομπρέλες, καβαλέτα, τελάρα ακόμα και κάτι άγγελοι φερμένοι από τα παλιατζίδικα. Όλα ήταν σχεδιασμένα προσεκτικά, με σοβαρότητα, σωστή προοπτική και αισθησιακά χρώματα.

Θα μπορούσε να φανταστεί κανείς πως η Ειρήνη επιθυμούσε να αρκεστεί σε μια πιστή ρεαλιστική απεικόνιση. Ωστόσο μια δεύτερη και πιο προσεκτική ανάγνωση αυτού του μικρού και γοητευτικού κόσμου, θα έκανε τον θεατή ν’άλλάξει γνώμη .Γιατί όσο και αν τα αντικείμενα βρίσκονταν στην θέση τους, όσο και αν όλα φαίνονταν τακτοποιημένα και προσφέρονταν χωρίς μυστήριο στην ενατένιση του ματιού, ωστόσο κάτι σαν εσωτερική δόνηση διέψευδε την γενική ηρεμία. Άγγελοι  και αντικείμενα φαίνονταν να βρίσκονται σε μια μεταβατική κατάσταση, όπου αργά η γρήγορα μια μεταφυσική δύναμη, σαν εκείνη που κυριαρχεί στους πίνακες του Ντε Κίρικο, θα μπορούσε να τα μεταμορφώσει. Αυτή η μεταφυσικότητα ,η τόσο συγγενική με την σουρεαλιστική αντιμετώπιση του πραγματικού, φαίνεται πως έγινε στην Ειρήνη το επίκεντρο μιας  επίμονης αναζήτησης. Γι αυτό και όταν άφησε το δωμάτιό της με τις μεταφυσικές παγίδες ενός πολύ προσωπικού φανταστικού, η τύχη την έφερε σε περιβάλλοντα προικισμένα με μια φανταστική παρουσία, ανοιχτή στο όνειρο και στην νοσταλγική αναπόληση.

Ο πρώτος τέτοιος χώρος που συνάντησε η καλλιτέχνης, ήταν το εγκαταλελειμμένο θέατρο  στην οδό του Vieux Colombier.Πρόκειται για ένα μικρό, άλλοτε κομψό θεατράκι , με μία κύρια σάλα, την σκηνή ,τις μπουαζερί , τις πολυθρόνες από κόκκινο βελούδο, περιστοιχισμένη από το φουαγιέ και ένα γύρω μικρές σάλες και διαδρόμους, καμαρίνια με παράθυρα και φεγγίτες, με τζάμια και καθρέφτες, όλα αφημένα σε μια τέλεια εγκατάλειψη, άδεια και συγχρόνως γεμάτα από την παράξενη παρουσία του παρελθόντος. Κάτω από τα τριμμένα υφάσματα και τους γδαρμένους τοίχους μπορεί κανείς να νοιώσει το πέρασμα χιλιάδων ανθρώπων που βρέθηκαν μαζί και αφέθηκαν στην απόλαυση της παράστασης και της συνάντησης.

Η ζωγράφος γοητεύεται αμέσως από την ιδιάζουσα ατμόσφαιρα του χώρου. Η κάθε μικρή γωνιά γίνεται θέατρο και σκηνικό, ο κάθε φωτισμός προβολέας. Μεγαλώνει το μέγεθος των πινάκων της για να χωρέσει όλη αυτή την διαδοχή των σαλονιών σκάβοντας

βαθιές προοπτικές, οργανώνοντας τον πίνακα αρχιτεκτονικά. Η ανάγκη να σταθεί σε κάθε λεπτομέρεια, να απαριθμήσει το κάθε τι κάνει την εικόνα πολύπλοκη και αφηγηματική. Το φως της μέρας φθάνει εύκολα στους περιφερειακούς διαδρόμους, αλλά η ζωγράφος προτιμάει το ηλεκτρικό φως που καλύπτει τις φόρμες με περισσότερο μυστήριο. Ο πίνακας ρουφάει το μάτι, απορροφά τον θεατή και τον οδηγεί σε λαβύρινθους από περάσματα, πόρτες και καμάρες, θεωρεία και σειρές από καθίσματα, ώσπου να χάσει την κατεύθυνσή του και να παραδοθεί στην περιπλάνηση - αναπόληση.

Ο χώρος που κατ’ εξοχήν προτιμά η Ειρήνη είναι η σκηνή. Της φαίνεται ότι είναι το πιο δραματικό σημείο του θεάτρου. Έτσι γυμνή χωρίς ντεκόρ με τα απογυμνωμένα μαδέρια και το τσιμέντο είναι ένα κουφάρι σκηνής. Αλλά όσο κι αν είναι ξεχαρβαλωμένη επιβάλλεται σαν χώρος βιωμένος, ικανός να ανακινήσει σκέψεις κι αναμνήσεις. Τα καθίσματα της σάλας γυρισμένα προς τη σκηνή μοιάζουν να περιμένουν κάποιο συμβάν που θα λάβει χώρα εκεί πάνω, κοντά σε μια καρέκλα που ’χει ξεμείνει και που η ζωγράφος σχεδιάζει λεπτομερειακά σαν να αντιπροσώπευε για κείνην όλα αυτά τα γνωστά πρόσωπα που παρέλασαν, έπαιξαν κι άφησαν κάτι από τον εαυτό τους: ο Jouvet, ο Terzief και ειδικά εκείνος ο μυθικός Artaud που μέσα σ’ αυτό το μικρό θεατράκι έδωσε την τελευταία του διάλεξη λίγο πριν βυθιστεί στην τρέλα.

Υπάρχουν χώροι που έχουν ιδιαίτερη μαγεία, που σου ανοίγονται και σε συνεπαίρνουν. Συναρπαστική ήταν και η εμπειρία της Ειρήνης Ηλιοπούλου που δούλεψε για ένα εξάμηνο χωρίς διακοπή στο μικρό θέατρο. Μέρα νύχτα ό χρόνος σταματά και καταλήγεις να συμβιώνεις με όλες αυτές τις παρουσίες που πέρασαν κι άφησαν τα ίχνη τους κάπου γύρω ώστε ή κάθε γωνία να ’ναι στοιχειωμένη. Κι η ζωγραφική αντανακλά αυτή την μαγεία. Γίνεται μαρτυρία και αρχειοθήκη, όπου ο καλλιτέχνης καταγράφει τον συγκινησιακό του φόρτο.

  Ένας άλλος χώρος που τράβηξε το ενδιαφέρον της ζωγράφου ήταν ένας εγκαταλελειμμένος σταθμός του μετρό. Τούνελ, αποβάθρες, ηλεκτρικά φώτα και αυτό το μεταφυσικό κενό του χώρου που κάποτε έσφυζε από ζωή και παρουσία και τώρα φαντάζει σαν άδειο κέλυφος. ’Ακόμη ένας χώρος, όπου μακριά από το φως της μέρας σαν σε κατακόμβες, χάνεις την αίσθηση του χρόνου και της ζωής χάνεσαι και γίνεσαι έρμαιο του εαυτού σου και των αναμνήσεων. Κι αυτή τη φορά η ζωγράφος, ευαίσθητη και ευφάνταστη, υποκύπτει στο παράξενο κάλεσμα του παρελθόντος. Ωστόσο, αν και αυτό το παρελθόν την γοητεύει η ζωγραφική δεν είναι αναχρονιστική. Η ποιητική ανάγνωση και καταγραφή των παρωχημένων αυτών χώρων εκφράζει την ανάγκη του σύγχρονου ανθρώπου, εξόριστου σε περιβάλλοντα ψυχρά και απρόσωπα, να επικαλεστεί κάποια άλλα που κατέχονται από τη γοητεία που δίνει ο χρόνος και η απόσταση. Και το συναίσθημα αυτό της αναζωπύρωσης ενός παρελθόντος πρόσφατου αλλά χαμένου για πάντα είναι στην τέχνη μια από τις πιο χαρακτηριστικές τάσεις των μεταμοντέρνων χρόνων.

 

Παρίσι 1988.

Ευρυδίκη TRICHON-ΜΙΛΣΑΝΗ