Επιλέξτε τη γλώσσα σας

Παλαιότερα,

Πόρτες κυρτές. Θα ’λεγες ενός βαγονιού. Θα ’λεγες μια πρωτόγονη πόλη ζωσμένη από πύλες. Πύλες εισόδου. Ενώ την ίδια στιγμή κάθε κίνηση μοιάζει αδύνατη.

Θα ’λεγες ένας λαμπτήρας που δεν εκπέμπει φως αλλά απλώς το δέχεται. Δεν υπάρχει ούτε αέρας ούτε χώρος μα ούτε και πηγή φωτός. Είναι ανώφελο να αναζητήσεις κάποιο νόημα. Δεν ονειρεύεσαι ούτε κινείσαι. Όλα βρίσκονται εκεί που είναι· κι αυτό είναι όλο.

Κανένα τέχνασμα. Είναι οι πόρτες ενός θεάτρου. Το φως έρχεται από τον θεατή.

Χρώματα: Κόκκινα, κίτρινα, καφέ σκοτεινιασμένα, ένα γκρι ψυχρό με μαβιές ανταύγειες. Η σκληράδα των μικρών μεταλλικών χειρολαβών. Οι κοφτερές άκρες των μαγικών καθρεφτών, των θαμπών και χωρίς βάθος. Παιχνιδίσματα του χαλκού, από το κίτρινο του πεπονιού έως το πυρόξανθο του γεμάτου με στίγματα ώριμου βερίκοκου. Πέρα από αυτόν τον κλειστό κόσμο, η ανατριχίλα του εκτεθειμένου στην φύση τρεμάμενου σώματος. Έντρομη οπισθοχώρηση. Γη αφιλόξενη. Το μάγεμα του φοβισμένου βλέμματος που ακουμπά πάνω στα σχήματα της ερήμου:

Δρόμοι που δεν οδηγούν πουθενά παρά μόνο εκεί όπου ο χώρος μικραίνει και γίνεται απροσπέλαστος. Εκεί όπου τα άκρα συναντώνται, όπου οι γραμμές αντιστρέφονται και κατρακυλούν σε μια φανταστική πλαγιά, ίσαμε το σημείο απ’ όπου ξεκινούν τα βήματα, στο κάτω μέρος του τελάρου. Εκεί όπου όλα γίνονται αντιληπτά, ακόμη και το μικρότερο ίχνος μιας ρόδας. Κι από τις δύο πλευρές του ο δρόμος επιβλητικά αδιάβατος. Οχετός πλημμυρισμένος από νερό, αιχμάλωτος μέσα στον αποπνιχτικό κόσμο των ελών, πυκνά οργωμένος με ρυάκια και ελικοειδή ίχνη τεράστιων υγρών φιδιών. Πλούσιος και μαύρος λιπαρός ιστός σαν την καπνιά. Αραχνοΰφαντο πέπλο που απλώνεται σπιλωμένο πάνω από την Άρλ.

Απελπισμένη φυγή των αυλακιών προς μία απατηλή σύγκλιση.

Κόκκινα κλήματα του Μπορντώ, τραβηγμένα μακριά από τον δρόμο που χάνεται και καταλήγει σε σχήμα Τ, σαν μαζωμένοι δαίμονες που πισωπατούν μπροστά στο σημείο του σταυρού.

Δρόμοι ασπριδεροί σαν την σάρκα του ψαριού και ό,τι απέμεινε από έναν τόπο χτυπημένο ένας θεός ξέρει από ποιά συμφορά.

Μπροστά σ’ αυτά τα φοβερά ξεσπάσματα της φύσης η Ειρήνη κρατάει τα πινέλα της σαν χτένι και προσπαθεί να ξεμπλέξει τις τούφες των λυμένων μαλλιών μιας υποθετικής Αριάδνης, αιχμαλωτισμένης μέσα στην άναρχη αταξία μιας οργιαστικά εύφορης πεδιάδας.

Γυμνό Ταξίδι σε αναζήτηση μιας χάρης που ολοένα απομακρύνεται.

Και σ' αυτήν την πορεία μερικές αναδρομές στο παρελθόν:

Λόφοι σε σχήμα αγελάδας και αγελάδες καθιστές σαν τους λόφους... Κι ένας τέτοιος λόφος κυριευμένος από την ρόδινη λέπρα των βάλτων μεταμορφώνεται σε στήλη άλατος. Κατά την διάρκεια αυτής της αλλαγής το ξανθωπό της χρώμα χάνεται. Ζώα διασχίζουν το ποτάμι απ’ όπου δεν θα ξαναβγούν: μέσα στην έξαρση της ορμής τους ενώνονται με το υγρό στοιχείο.

Τα μάτια τους βόλοι πετρωμένοι.

Εάν εξαιρέσουμε αυτό το μυθικό επεισόδιο τα τοπία της Ειρήνης είναι ακατοίκητα. Ο θεατής μπορεί να τα καταλάβει στο όνομά του αρκεί να κάνει τα πάντα για να τα αποικίσει. Αυτό θα είναι το τίμημα της ελευθερίας του.

Και να τα τελευταία αμπέλια. Στηριγμένα πάνω σε πασσάλους αναπτύσσονται σε ύψος. Και ο πίνακας, από αυλάκι σε αυλάκι, (το ένα πάνω από το άλλο, όπως τα κάγκελα) στενεύει όλο και περισσότερο, σαν σκάλα. Και οι βαθμίδες οροθετημένες μ’ αυτόν τον τρόπο, πλούσια ντυμένες με κόκκινο βελούδο και χρυσό δαμασκηνό, βρίθουν από κληματόβεργες, κλήματα ξερά και ροζιασμένα, συνεστραμμένα σαν τα δέντρα του Ιεσσαί που παιδιάστικα ψελλίζουν τα ευαγγέλια.

Όλα αυτά είναι ίσως τα γεννήματα μιας κοσμικής φαντασίας, συγκλονισμένης από το μυστήριο Ηλιοπούλου, κι όμως διακρίνω τρεις λευκούς πασσάλους σκυμμένους σαν σκεπτικούς αγγέλους.

Συγγένειες βυζαντινές την οδηγούν στο να τονίσει εμφατικά την παρουσία ορισμένων απλών πραγμάτων των οποίων η ύπαρξη δεν χρειάζεται να αποδειχθεί. Αυτό έχει σαν συνέπεια την δημιουργία στον θεατή ενός αισθήματος σεβασμού όπως μπροστά σε υπερμεγέθεις εικόνες απογυμνωμένες από τα χρυσάφια και τα πετράδια τους.

Σαν τους αρχαίους θαλασσοπόρους που εγκαθίδρυαν εμπόρια στις χώρες των βαρβάρων, η Ειρήνη αναζητά στο εξωτερικό την πρώτη ύλη, για να της δώσει, επιστρέφοντας, μορφή. Διστακτική, κρύβεται πίσω από την παλέτα της - που δεν θέλει να βγει απ’ το εργαστήριό της.

Όλα τούτα έχουν σαν αποτέλεσμα μια πλατιά συμφωνία όλων των ήχων και χρώματα αρμονικά αναμεμειγμένα, όπου ακούγονται μία προς μία οι επαναλαμβανόμενες νότες μιας σοβαρής και αλλόκοτης μελωδίας.

Το πρόσωπο της γης αντικατέστησε εκείνο της Παρθένου. Το μέτωπό της απλώνεται χλωμό πάνω από έναν ορίζοντα με πράσινες αφέλειες και το μωλωπισμένο δέρμα της, αυλακωμένο εκεί όπου ανοίγουν μάτια στραμμένα προς τον ουρανό, δέχεται όλα τα νάματα της γης και του ουρανού. Ένας μεγάλος κοκκινόμαυρος πέπλος υφασμένος με ασημένια νήματα, στολισμένος με χαλίκια και νερόλακκους, απλώνεται και από τις δυο πλευρές. Και τα τραγικά αυτά τοπία, ζωγραφισμένα με τέτοιον πυρετό και έρωτα λες και επρόκειτο να παραστήσει κανείς την ίδια τη θεότητα, ανοίγουν και κλείνουν ανάμεσα στο γερασμένο πρόσωπο της μητέρας και το ματωμένο πρόσωπο του υιού.

Να και ένας ζωγράφος που δεν μας διηγείται απλώς ιστορίες.

Υπάρχει πράγματι πολύς ενθουσιασμός σ’ αυτή την παραδοξότητα η οποία μέσα στη βία της μας κάνει να διακρίνουμε αμυδρά έναν κόσμο που ίσως να είναι δίδυμος του δικού μας.

Francois Fontaine
Ζωγράφος, Καθηγητής στην Ανώτατη σχολή Καλών Τεχνών

Στο Παρίσι.
Παρίσι 18 Δεκεμβρίου 1992